Έχουμε ξοδέψει όλη μας την ενέργεια συμβουλεύοντας τα θύματα βίας πως να φέρονται σωστά, να αγαπούν τους θύτες τους και πως να ζουν με τις πληγές τους συμφιλιωμένοι. Δεν έχουμε όμως καθόλου αναλωθεί στην αντιμετώπιση, στην αναχαίτιση μα κυρίως  στην πρόληψη και στην πειθαρχία του θύτη. 

Γράφει η Μαρία Βασιλική Οσάνα*

Οι λόγοι; Σύνθετοι!

Μας διακατέχει ο φόβος μη διαταράξουμε μια φαινομενική ειρήνη, ένα φαινομενικό ήθος.

Μια παρεξηγημένη αντίληψη του ανθρώπου ως φιλήσυχου αλλά εν τέλει άδικου κριτή που δεν πετυχαίνει καμία ουσιαστική αλλαγή στην κοινωνία αλλά διαιωνίζει ό,τι έχει επικρατήσει. Η θέση δύναμης που έχει και χαίρει ο θύτης στις μικροκοινωνίες μας σε συνδυασμό με την προνομιούχα θέση του παρατηρητή ο οποίος δεν νιώθει καμία ανάγκη για δράση, ούτε έχει παράλληλα βιώματα και επομένως στερείται ενσυναίσθησης μονάχα πληγώνουν τα θύματα κάθε μορφής βίας ξανά και ξανά και μάλιστα ετεροχρονισμένα.

Αντί να ζητάμε στα θύματα να είναι φιλεύσπλαχνοι απέναντι στον θύτη τους, έχουμε χρέος να ξεκινήσουμε πρώτα απ΄όλα από την πρόληψη. Έχουμε δομές για τα θύματα αλλά καμία δομή για τους θύτες. Δεν έχουμε καμία δομή για τον θύτη που θα επανενταχθεί στην κοινωνία και υπάρχει ο κίνδυνος υποτροπής. Μας αρκεί μια ποινή φυλάκισης και θεωρούμε πως έτσι θα λυθεί μια ψυχολογική δυσλειτουργία στη συμπεριφορά του ατόμου.

Πείθουμε όμως πως κάτι κάναμε; Οφείλουμε, έστω και τώρα, να λάβουμε τα μέτρα μας, να βάλουμε τα όρια μας ως κοινωνία. Να κάνουμε το βολικό, άβολο, υπογραμμίζοντας το προφανές, την αναγνώριση βίαιων συμπεριφορών. Δεν πρέπει να έχουμε τραυματικό βίωμα για να σταθούμε δίπλα στους ανθρώπους που υποφέρουν. Πρέπει όμως να βάλουμε στο πρόγραμμα της καλής λειτουργίας μας την ψυχολογική αξιολόγηση με διαύγεια και όχι ψυχολόγους ή ψυχιάτρους που χρηματίζονται για μια αξιολόγηση. Τέλος, δεν αρκεί η σεξουαλικη αγωγή, πρέπει να εντάξουμε και την ψυχοεκπαίδευση προς όλους με σκοπό να δημιουργήσουμε μια δυνατή κοινωνία. Να βελτιωθούν συμπεριφορές με σκοπό να γεννηθεί η αλληλεγγύη, η ισότητα, η δικαιοσύνη και ο ανθρώπινος σεβασμός.

Επιπλέον, χρωστάμε στα θύματα να τα σεβαστούμε και να μην αμφισβητούμε τα συναισθήματα τους όταν τα μοιράζονται μαζί μας. Όσο το φαινόμενο αυτό, της βίας, προσεγγίζεται μονοδιάστατα δε θα μπορέσει καμία επιστήμη να προσφέρει μια συνολική εξήγηση που θα είναι χρήσιμη σε επίπεδο ολιστικής παρέμβασης. Θα αποτελεί απλά, μια ακόμα διαπίστωση ανάμεσα σε πολλές άλλες.

Δεν έχουμε ανάγκη από άλλες διαπιστώσεις, πρέπει να ακούσουμε τη σιωπή που «κραυγάζουν» τα θύματα βίας στη χώρα μας.

Ο συνήγορος αυτών των θυμάτων δε θα έρθει μαγικά. Όσο εμείς, ως κοινωνία αδυνατούμε να βρούμε μια λύση, θυμίζουμε σ’ αυτούς τους άνθρωπος πως είναι «θύματα». Αντί να τους μάθουμε πως να είναι οι ίδιοι συνήγοροι του εαυτού τους και εμείς, συνήγοροι δικοί τους.

Η στάση αυτή είναι ξεκάθαρα αναποτελεσματική. Σαφώς το να τους οπλίσουμε με τη Δαμόκλειο σπάθη δεν είναι η λύση.

Πρέπει να πράξουμε ώστε να ξεπεράσουμε ένα φαινόμενο που αφορά τη δημόσια υγεία και τη δημόσια ασφάλεια. Η βία είναι επιλογή, μαθαίνεται, ανακυκλώνεται, εξελίσσεται και προσαρμόζεται. Το ίδιο και η μη χρήση της.

Όπως είπε και ο Άγιος Αυγουστίνος, «το να κάνουμε λάθη είναι ανθρώπινο, το να εμμένουμε σ’ αυτά είναι πειρασμικο» δηλαδή δυσλειτουργικό και τραυματικό για τους ανθρώπους γύρω μας.

Κλείνοντας θα σας πω ένα «μυστικό». Ο άνθρωπος αλλάζει, αν το επιθυμεί. Και με την κατάλληλη υποστηρικτική και διορθωτική βοήθεια, αυτή η αλλαγή μπορεί να γίνει σε σύντομο χρόνο. Ας γίνει η κοινωνία μας καταφύγιο και όχι το Καθαρτήριο για τις ψυχές των ανθρώπων της.

* Η Μαρία Βασιλική Οσάνα κατέχει MS στη Συμβουλευτική Ψυχολογία και Ψυχοθεραπεία και είναι υπεύθυνη στο Δίκτυο της Νέας Γενιάς του Κινήματος Αλλαγής για τον τομέα της ενδυνάμωσης της κοινωνικής συναισθηματικής και ψυχικής υγείας.