Η παρενόχληση δεν έχει να κάνει με το σεξ – έχει να κάνει με την εξουσία και την κατάχρησή της. Όταν η διαφορά ισχύος είναι τόσο μεγάλη ώστε κάποιος να νοιώθει πανίσχυρος, και κάποιος άλλος να αμφισβητεί ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, αναρωτώμενος αν αυτό που βιώνει είναι όντως παρενόχληση, τότε ο δρόμος προς την εκδήλωση τέτοιων φαινομένων είναι στρωμένος και φωταγωγημένος.

Γράφει η Έφη Στεφοπούλου*

Στο Δημόσιο, όπου η ιεραρχία είναι αυστηρή και δύσκολα ανατρέψιμη, καταγράφονται αυξημένα φαινόμενα παρενόχλησης[1]. Το γεγονός ότι ένας δημόσιος υπάλληλος μένει για πολλά χρόνια στην ίδια θέση, δημιουργεί καταστάσεις όπου ο παρενοχλούμενος βιώνει την κακοποιητική συμπεριφορά για χρόνια. Ειδικά στην Ελλάδα όπου η εξουσιαστική επικυριαρχία του πολιτικού επί του διοικητικού συστήματος είναι έντονη, οι δημόσιοι υπάλληλοι υφίστανται συχνά παρενοχλητικές συμπεριφορές από τους μετακλητούς και το περιβάλλον των πολιτικών τους προϊσταμένων.

Η παρενόχληση στο Δημόσιο, όμως, δεν προέρχεται μόνο από το εσωτερικό περιβάλλον της Διοίκησης, αλλά και από το εξωτερικό (πολίτες, συγγενείς ασθενών, γονείς μαθητών, κ.λπ.). Το φαινόμενο εντάθηκε κατά την κρίση στην Ελλάδα, εξαιτίας και της προσπάθειας μερίδας του πολιτικού συστήματος να δημιουργήσει έναν αποδιοπομπαίο τράγο στο πρόσωπο της δημοσιοϋπαλληλίας.

Χάρη στις γενναίες εξομολογήσεις που έχουν λάβει μορφή χιονοστιβάδας τις τελευταίες μέρες, ολοένα και περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι βρίσκουν το θάρρος να μιλήσουν για αντίστοιχες δικές τους εμπειρίες. Εμπειρίες όπου το θύμα λειτουργεί ενοχικά, όταν ο «κ. καθηγητής» πχ σε ένα νοσοκομείο, ή ο προϊστάμενος που έχει την αίγλη της αυθεντίας σε έναν φορέα, δημιουργεί ένα εχθρικό και ταπεινωτικό περιβάλλον το οποίο προσβάλλει την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια εκείνου του εργαζόμενου που δεν ανταποκρίνεται στις «αθώες» (υποτίθεται) παρενοχλήσεις του.

Τα μέσα που έχει στη διάθεσή του ο θύτης είναι πολλά: Αναθέτει εργασίες χωρίς νόημα στο θύμα, δεν δίνει πρόσβαση σε στοιχεία απαραίτητα για την εργασία, διαδίδει ψεύδη κ.ο.κ. Τέτοια φαινόμενα έχουν δυσμενείς συνέπειες στην λειτουργία μιας δημόσιας οργάνωσης και δημιουργούν ένα τοξικό κλίμα που επηρεάζει αρνητικά την συνολική απόδοση του φορέα.

Πέρα από τα απαραίτητα νομοθετικά μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου, είναι αναγκαίο κι ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, το οποίο θα περιλαμβάνει δράσεις όπως:

  • Επιμόρφωση των διευθυντικών στελεχών και του προσωπικού.
  • Διαμόρφωση καλών συνθηκών εργασίας.
  • Επαγρύπνηση και έγκαιρος εντοπισμός ύποπτων συμπεριφορών με ενίσχυση του διαλόγου και δυνατότητα καταγγελιών με εχεμύθεια,
  • Έρευνες με ερωτηματολόγια για την ανίχνευση παρενοχλητικών συμπεριφορών που πέρασαν κάτω από το ραντάρ.
  • Θέσπιση κώδικα καλής συμπεριφοράς.

Το κράτος οφείλει να είναι ο εργοδότης υπόδειγμα, που θα δείξει ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές.

* Η Έφη Στεφοπούλου είναι Απόφοιτη της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Γραμματέας του Τομέα Δημόσιας Διοίκησης στο Κίνημα Αλλαγής

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε σήμερα στην ηλεκτρονική εφημερίδα “Political”.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Ipolitiki.gr.